Category Archives: Ποίηση

Yπάρχει ελπίδα

Yπάρχει ελπίδα

Είμαστε όλοι παρόντες

Παλεύουμε

Αυτό από μόνο του φτάνει

Τι με έπιασε

Που να σκέφτομαι

Δεν με αφορά η πέμπτη σειρά


Αρνούμαι τις τελείες

Τις απαρνούμαι

Εδώ, σήμερα και ποιος ξέρει για αύριο

Έβαλα πολλές

Και ψάχνω ένα κόμμα


Γύρω εξοργισμένα γραπτά

Σαν κουφάρια που τα ξέρασε το χώμα και σέρνονται στη γη

Μακριά από τον αποστολέα

Μακριά απο το χθες

Ξέχασαν την ευθύνη τους

Γραπτά που βγάζουν τα σωθικά τους

Φτύνουν αίμα, σάλιο

Είναι ιδρωμένα, σκουριασμένα

Κουρελιασμένα απο τον πόνο

Όμοια με το χέρι που κρατά την πένα, το ποντίκι, τη γάτα και το πληκτρολόγιο

Όλα αγκαλιασμένα σε ένα χνουδωτό κουβάρι αδρεναλίνης


Λύνεις, δένεις, γράφεις και περιμένεις να δεις

Φως στο τούνελ, φως στα μάτια, φως παντού

Αυτό σου έταξαν όταν βγήκες απο τη μήτρα

Θαμπωμένος έκτοτε αναμασάς τα ίδια

Σφίγγεις τα δόντια, τραβάς το χαλινάρι και σταματάς

Παίρνεις ανάσα και ξανά το καμτσίκι

Άντε, πάρε φόρα

Υπάρχει ελπίδα

Είναι εκείνη η κυρία που πεθαίνει τελευταία


Πριν όμως από εκείνη αποδημείς

Χάνεις το σπινθήρα που σε διαφοροποιεί από τις κούκλες

Κούκλα για τα κρεμασμένα ρούχα

Σφαδάζεις μα δεν είναι αλήθεια


Γραπτά, προφορικά και δυστυχώς αποτυχία στις εξετάσεις

Μετεξεταστέος

Δεν παίρνεις πτυχίο

Έμαθες παπαγαλία το μάθημα, έγραψες όσα σε θύμωσαν

Ξέχασες όμως το βασικό

Να κοιτάξεις βαθιά μέσα σου και να αλλάξεις

Μυαλά, μαλλιά, νύχια, γλώσσα, αλήθειες, κεφάλι

Εκεί είσαι

Κοντά στο ξέφωτο, κοντά στο λιμάνι και πετάς, πετάς τα γραμμένα

Τσακάλι έρημο στην παγωμένη στέπα

Γεμάτο νερό και σωθικά

Ή αλλιώς η σωτηρία απο τα μέσα σου

Μια σακούλα που χωράει τα πάντα κι εσύ τα κρατάς όλα

Όλα τα αρνητικά

Είναι εύκολο

Σκίσε τα ιμάτιά σου και μείνε γυμνός

Δες, βρες, πες για το μεγαλείο σου

Εκείνο που σε κάνει ακόμη να βλέπεις ότι υπάρχει

Υπάρχει ελπίδα

Ακόμα κι αν μείνει μόνη στον πλανήτη γη

ΘΑ Υπάρχει


Σήμερα, Κυριακή στις 11:00 π.μ. (ο χρόνος με μάρανε)

παίρνω στα χέρια μου ένα πτυχίο

Πιότερο επιβρέβευσης κόπων

Φαντάζει το βραβείο

Όμως δεν θα το βάλω κάτω

Γιατί είμαι ήδη εκεί

Εκεί, στον πάτο, στο κάτω και στο: τα παρατάω

Τα πάντα, τις αρκούδες, το ντέφι που μου βαράνε για να χορεύω


Θα φωνάξω υπάρχει ελπίδα

Και

Ποιος ξέρει

Ίσως η κυρία μου χαρίσει τον τελευταίο χορό στο πάλκο

Γιατί θα σμίξουμε κι ας μη το περιμένει

Έτσι κάνω, έτσι είμαι

Χορεύεις μαζί μου εκεί που δε το περιμένεις


Σήμερα δεν έχει εικόνες, δεν έχει τελείες, δεν έχει θυμό,

Δεν έχει πολλά

Από τα συνηθισμένα

Σήμερα ΑΠΛΑ και απο καρδιάς

ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ

Πηγή 

Πνευματικό εμβατήριο

Ομπρός. βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ΄ την Ελλάδα


Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ τον κόσμο!


Τι, ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,

κι α, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες στο αίμα!


Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μοναχός του ν’ ανέβει ο ήλιος


σπρώχτε με γόνα και με στήθος να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,


σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.


‘Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του!


Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του,

ομπρός, ομπρός, κ’ η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί

μου!


Ομπρός, οι δημιουργοί!…


Την αχθοφόρα ορμή  σας  στυλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος!

 ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ 

Στὴν Πατρίδα

       





















       
         Μάγεμ᾿ ἀσημούφαντο, φῶς μαργαριταρένιο, 

λιώνονται σ᾿ ἕνα χάραμα ξανθό, μαλαματένιο.

Γιομάτος μόσχους καὶ δροσιὲς ὁ Ζέφυρος τερπνᾶ

μέσ᾿ ἀπ᾿ ἀγάπης φαντασιὲς τὰ πλάσματα ξυπνᾶ.

Κι ἀνάμεσα στὰ χρώματ᾿ ἀπὸ χίλια οὐράνια τόξα,

προβαίνει πάλ᾿ ὁ ἥλιος εἰς ὅλη του τὴ δόξα.

Καί, σὰν τοῦ μεγαλείου σου σύμβολο φωτεινό,

ἕως τὸ χρυσὸ βασίλεμα λάμπει στὸν οὐρανό.

Ἑλλάς, τὸ μεγαλεῖο σου βασίλεμα δὲν ἔχει,

καὶ δίχως γνέφια τοὺς καιροὺς ἡ δόξα σου διατρέχει.

Ὅσες φορὲς ὁ ἥλιος σου νὰ σὲ φωτίσει ἐρθεῖ,

θὲ νὰ σὲ βρεῖ πεντάμορφη, στεφανωμένη ὀρθή.

Απόσπασμα από το ποιήμα Στὴν Πατρίδα του Λ. Μαβίλη

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ




Ενώ όλοι γνωρίζουμε τον εθνικό μας ύμνο εντούτοις ,οι περισσότεροι, δεν έχουμε υποβληθεί στον κόπο της ανάγνωσης και των 158 στροφών, ώστε να λάβουμε τα διαχρονικά μηνύματα του ποιήματος και να αντιληφθούμε την ταυτοσημότητα των εννοιών Ελλάς και Ελευθερία.



Παραθέτω λοιπόν ολόκληρο τον εμπνευσμένο αυτόν ύμνο


Συμβουλή: Ανάγνωση μέχρι τέλους. Μετά ας ακολουθήσει σιωπή, για στοχασμό και περισυλλογή.



ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ

1
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη,
που με βιά μετράει τη γη.
2
Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
3
Εκεί μέσα εκατοικούσες
πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
έλα πάλι, να σου πει.
4
Άργειε νάρθει εκείνη η μέρα,
κι ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τάσκιαζε η φοβέρα
και τα πλάκωνε η σκλαβιά.
5
Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σου έμενε, να λες
περασμένα μεγαλεία,
και διηγώντας τα να κλαις.
6
Και ακαρτέρει, και ακαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι
από την απελπισιά.
7
Κι έλεες: πότε, α! πότε βγάνω
το κεφάλι απ’ τις ερμιές;
Και αποκρίνοντο από πάνω
κλάψες, άλυσες, φωνές!
8
Τότ’ εσήκωνες το βλέμμα
μες στα κλάματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα,
πλήθος αίμα Ελληνικό.
9
Με τα ρούχα αιματωμένα,
ξέρω ότι έβγαινες κρυφά,
να γυρεύεις εις τα ξένα
άλλα χέρια δυνατά.
10
Μοναχή το δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή.
Δεν είν’ εύκολες οι θύρες,
εάν η χρεία τες κρουταλεί.
11
Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
αλλ’ ανάσασι καμμιά.
Άλλος σου έταξε βοήθεια,
και σε γέλασε φρικτά!
12
Άλλοι, ωιμέ! στη συφορά σου
οπού εχαίροντο πολύ,
σύρε να βρεις τα παιδιά σου,
σύρε, ελέγαν οι σκληροί.
13
Φεύγει οπίσω το ποδάρι,
και ολογλήγορο πατεί
ή την πέτρα, ή το χορτάρι,
που την δόξα σου ενθυμεί.
14
Ταπεινότατη σου γέρνει
η τρισάθλια κεφαλή,
σαν φτωχού που θυροδέρνει,
κι είναι βάρος του η ζωή.
15
Ναι. Αλλά τώρα αντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου με ορμή,
που ακατάπαυστα γυρεύει
ή τη νίκη, ή τη θανή.
16
Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
17
Μόλις είδε την ορμή σου
ο ουρανός, που για τ’ς εχθρούς
εις την γη την μητρική σου
έτρεφ’ άνθια και καρπούς,
18
εγαλήνευσε. Και εχύθη
καταχθόνια μία βοή,
και του Ρήγα σου απεκρίθη
πολεμόκραχτη η φωνή.
19
Όλοι οι τόποι σου σ’ εκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
και τα στόματα εφωνάξαν
όσα αισθάνετο η καρδιά.
20
Εφωνάξανε ως τ’ αστέρια
του Ιονίου και τα νησιά,
και εσηκώσανε τα χέρια
για να δείξουνε χαρά.
21
Μ’ όλον που ναι αλυσωμένο
το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο
έχει: Ψεύτρα Ελευθεριά.
22
Γκαρδιακά χαροποιήθη
και του Βάσιγκτον η γη,
και τα σίδερα ενθυμήθη
που την έδεναν και αυτή.
23
Απ’ τον πύργο του φωνάζει,
σα να λέει σε χαιρετώ,
και την χήτη του τινάζει
το Λεοντάρι το Ισπανό.
24
Ελαφιάσθη της Αγγλίας
το θηρίο, και σέρνει ευθύς
κατά τ’ άκρα της Ρουσίας
τα μουγκρίσματα τ’ς οργής.
25
Εις το κίνημά του δείχνει,
πως τα μέλη είν’ δυνατά.
Και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
μια σπιθόβολη ματιά.
26
Σε ξανοίγει από τα νέφη
και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει
με τα σπλάχνα του Ιταλού.
27
Και σ’ εσέ καταγυρμένος,
γιατί πάντα σε μισεί!
έκρωζ’, έκρωζε ο σκασμένος,
να σε βλάψει αν ημπορεί.
28
Άλλο εσύ δεν συλλογιέσαι
πάρεξ που θα πρωτοπάς.
Δεν μιλείς, και δεν κουνιέσαι
στες βρισιές οπού αγροικάς.
29
Σαν τον βράχον οπού αφήνει
κάθε ακάθαρτο νερό
εις τα πόδια του να χύνει
ευκολόσβηστον αφρό,
30
οπού αφήνει ανεμοζάλη,
και χαλάζι, και βροχή,
να του δέρνουν την μεγάλη,
την αιώνια κορυφή.
31
Δυστυχιά του, ω δυστυχιά του,
οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι του αποκάτου,
και σ’ εκείνο αντισταθεί.
32
Το θηρίο π’ αναλογιέται,
πως του λείπουν τα μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αίμα ανθρώπινο διψά.
33
Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
τα λαγκάδια, τα βουνά,
και όπου φθάση, όπου περάση,
φρίκη, θάνατος, ερμιά.
34
Ερμιά, θάνατος, και φρίκη,
όπου επέρασες κι εσύ.
Ξίφος έξω από την θήκη,
πλέον ανδρείαν σου προξενεί.
35
Ιδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει
της αθλίας Τριπολιτσάς.
Τώρα τρόμου αστροπελέκι
να της ρίξεις πεθυμάς.
36
Μεγαλόψυχο το μάτι
δείχνει, πάντα όπως νικεί,
και ας είν’ άρματα γεμάτη,
και πολέμιαν χλαλοή.
37
Σου προβαίνουνε και τρίζουν,
για να ιδείς πως είν’ πολλά.
Δεν ακούς που φοβερίζουν
άνδρες μύριοι και παιδιά;
38
Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θα σας μείνουνε ανοιχτά,
για να κλαύσετε τα σώματα,
που θε να βρει η συμφορά.
39
Κατεβαίνουνε, και ανάφτει
του πολέμου αναλαμπή.
Το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
λάμπει, κόφτει το σπαθί.
40
Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη;
Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγει,
και στο κάστρο ν’ ανεβεί.
41
Μέτρα… είν’ άπειροι οι φευγάτοι,
οπού φεύγουν δειλιούν.
Τα λαβώματα στην πλάτη
δέχοντ’ ώστε ν’ ανεβούν.
42
Εκεί μέσ’ ακαρτερείτε
την αφεύγατη φθορά.
να, σας φθάνει. Αποκριθείτε
στης νυκτός τη σκοτεινιά.
43
Αποκρίνονται, και η μάχη
έτσι αρχίζει, οπού μακριά
από ράχη εκεί σε ράχη
αντιβούιζε φοβερά.
44
Ακούω κούφια τα τουφέκια,
ακούω σμίξιμο σπαθιών,
ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
ακούω τρίξιμο δοντιών.
45
Α! τι νύκτα ήταν εκείνη,
που την τρέμει ο λογισμός;
Άλλος ύπνος δεν εγίνη
πάρεξ θάνατου πικρός.
46
Της σκηνής η ώρα, ο τόπος
οι κραυγές, η ταραχή
ο σκληρόψυχος ο τρόπος
του πολέμου, και οι καπνοί,
47
και οι βροντές και το σκοτάδι,
οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
επαράσταιναν τον άδη
που ακαρτέρευε τα σκυλιά.
48
Τ’ ακαρτέρειε. – Εφαίνοντ’ ίσκιοι
αναρίθμητοι γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ακόμη εις το βυζί.
49
Όλη μαύρη μυρμηγιάζει,
μαύρη η εντάφια συντροφιά,
σαν το ρούχο οπού σκεπάζει
τα κρεββάτια τα στερνά.
50
Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
επετιούντο από την γη,
όσοι ειν’ άδικα σφαγμένοι
από τούρκικην οργή.
51
Τόσα πέφτουνε τα θερι-
σμένα αστάχια εις τους αγρούς.
Σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.
52
Θαμποφέγγει κανέν’ άστρο,
και αναδεύοντο μαζί,
αναβαίνοντας το κάστρο
με νεκρώσιμη σιωπή.
53
Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,
μες στο δάσος το πυκνό,
όταν στέλνει μίαν αχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,
54
εάν οι άνεμοι μες στ’ άδεια
τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.
55
Με τα μάτια τους γυρεύουν,
όπου είν’ αίματα πηχτά,
και μες στ’ αίματα χορεύουν
με βρυχίσματα βραχνά.
56
Και χορεύοντας μανίζουν
εις τους Έλληνας κοντά,
και τα στήθια τους εγγίζουν
με τα χέρια τα ψυχρά.
57
Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
βαθειά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.
58
Τότε αυξαίνει του πολέμου
ο χορός τρομακτικά,
σαν το σκόρπισμα του ανέμου
στου πελάου τη μοναξιά.
59
Κτυπούν όλοι απάνου κάτου.
Κάθε κτύπημα που εβγή
είναι κτύπημα θανάτου,
χωρίς να δευτερωθεί.
60
Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει.
Λες και εκείθεν η ψυχή,
απ’ το μίσος που την καίει,
πολεμάει να πεταχθεί!
61
Της καρδιάς κτυπίες βροντάνε
μες στα στήθια τους αργά,
και τα χέρια οπού χουμάνε
περισσότερο είν’ γοργά.
62
Ουρανός γι’ αυτούς δεν είναι,
ουδέ πέλαγο, ουδέ γη.
Γι’ αυτούς όλους το παν είναι
μαζωμένο αντάμα εκεί.
63
Τόση η μάνητα και η ζάλη,
που στοχάζεται, μη πως
από μια μεριά κι απ’ άλλη
δεν μείνει ένας ζωντανός.
64
Κοίτα χέρια απελπισμένα
πως θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,
65
και παλλάσκες, και σπαθιά,
με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία
σωθικά λαχταριστά.
66
Προσοχή καμμία δεν κάνει
κανείς, όχι, εις την σφαγή.
Πάνε πάντα εμπρός! Ω! φθάνει,
φθάνει. Έως πότε οι σκοτωμοί;
67
Ποιος αφήνει εκεί τον τόπο,
πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
Δεν αισθάνονται τον κόπο,
και λες κι είναι εις την αρχή.
68
Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
και Αλλά εφώναζαν, Αλλά.
Και των Χριστιανών τα χείλη
φωτιά εφώναζαν, φωτιά.
69
Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο,
πάντα εφώναζαν φωτιά,
και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
πάντα σκούζοντας Αλλά.
70
Παντού φόβος και τρομάρα,
και φωνές και στεναγμοί.
Παντού κλάψα, παντού αντάρα,
και παντού ξεψυχισμοί.
71
Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι
εις τ’ αυτιά δεν τους λαλεί.
Όλοι χάμου εκείτοντ’ όλοι
εις την τέταρτην αυγή.
72
Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη,
και κυλάει στην λαγκαδιά,
και τ’ αθώο χόρτο πίνει,
αίμα αντίς για τη δροσιά.
73
Της αυγής δροσάτο αγέρι,
δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο
στων ψευδόπιστων το αστέρι
φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ.
74
Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
75
Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι.
Δεν λάμπ’ ήλιος μοναχά
εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
εις τ’ αμπέλια, εις τα νερά.
76
Εις τον ήσυχον αιθέρα
τώρα αθώα δεν αντηχεί
τα λαλήματα η φλογέρα,
τα βελάσματα το αρνί.
77
Τρέχουν άρματα χιλιάδες,
σαν το κύμα εις το γιαλό.
Αλλ’ οι ανδρείοι παλληκαράδες
δεν ψηφούν τον αριθμό.
78
Ω τρακόσιοι! σηκωθείτε
και ξανάλθετε σ’ εμάς.
τα παιδιά σας θέλ’ ιδήτε
πόσο μοιάζουνε με σας.
79
Όλοι εκείνοι τα φοβούνται,
και με πάτημα τυφλό
εις την Κόρινθο αποκλειούνται,
κι όλοι χάνονται απ’εδώ.
80
Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
πείνα και θανατικό,
που με σχήμα ενός σκελέθρου
περπατούν αντάμα οι δυο.
81
Και πεσμένα εις τα χορτάρια
απεθαίνανε παντού
τα θλιμμένα απομεινάρια
της φυγής και του χαμού.
82
Και εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
όπου ό,τι θέλεις ημπορείς,
εις τον κάμπο, Ελευθερία,
ματωμένη περπατείς!
83
Στη σκιά χεροπιασμένες
στη σκιά βλέπω κι εγώ
κρινοδάχτυλες παρθένες
όπου κάνουνε χορό.
84
Στο χορό γλυκογυρίζουν
ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν
μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.
85
Η ψυχή μου αναγαλλιάζει,
πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυκοβύζαστο ετοιμάζει
γάλα ανδρείας, και ελευθεριάς.
86
Μεσ’ στα χόρτα στα λουλούδια
το ποτήρι δεν βαστώ.
Φιλελεύθερα τραγούδια
σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.
87
Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
88
Πήγες εις το Μεσολόγγι
την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι,
και το τέκνο του Θεού.
89
Σου ήλθε εμπρός λαμποκοπώντας
η Θρησκεία μ’ ένα σταυρό,
και το δάκτυλο κινώντας
όπου ανεί τον ουρανό,
90
σ’ αυτό, εφώναξε, το χώμα
στάσου ολόρθη, Ελευθεριά.
και φιλώντας σου το στόμα
μπαίνει μες’ στην εκκλησιά.
91
Εις την τράπεζα σιμώνει,
και στο σύγνεφο το αχνό
γύρω γύρω της πυκνώνει
που σκορπάει το θυμιατό.
92
Αγροικάει την ψαλμωδία,
οπού εδίδαξεν αυτή.
Βλέπει την φωταγωγία
στους Αγίους εμπρός χυτή.
93
Ποιοι είν’ αυτοί που πλησιάζουν
με πολλή ποδοβολή,
κι άρματ’ άρματα ταράζουν;
Επετάχτηκες Εσύ.
94
Α! το φως που σε στολίζει,
σαν ηλίου φεγγοβολή,
και μακρόθεν σπινθηρίζει,
δεν είναι, όχι, από τη γη.
95
Λάμψιν έχει όλη φλογώδη,
χείλος, μέτωπο, οφθαλμός.
Φως το χέρι, φως το πόδι
κι όλα γύρω σου είναι φως.
96
Το σπαθί σου ανασηκώνεις,
τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
και εις το τέταρτο κτυπάς.
97
Με φωνή που καταπείθει,
προχωρώντας ομιλείς.
«Σήμερ’ άπιστοι, εγεννήθη,
ναι του κόσμου ο Λυτρωτής.
98
Αυτός λέγει… Αφογκρασθείτε.
Εγώ είμ’ Άλφα, Ωμέγα εγώ.
Πέστε που θ’ αποκρυφθείτε
εσείς όλοι, αν οργισθώ;
99
Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,
που μ’ αυτήν αν συκριθεί
κείνη η κάτω οπού σας έχω
σαν δροσιά θέλει βρεθεί.
100
Κατατρώγει, ωσάν την Σχίζα,
τόπους άμετρα υψηλούς,
χώρες, όρη, από τη ρίζα,
ζώα, και δένδρα, και θνητούς.
101
Και το παν το κατακαίει,
και δεν σώζεται πνοή,
πάρεξ του άνεμου που πνέει
μες στη στάχτη τη λεπτή».
102
Κάποιος ήθελε ερωτήσει:
Του θυμού του είσαι αδελφή;
Ποίος είν’ άξιος να νικήσει,
ή με σε να μετρηθεί;
103
Η γη αισθάνεται την τόση
του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλη θέλει θανατώσει,
την μισόχριστη σπορά.
104
Την αισθάνονται, και αφρίζουν
τα νερά και τ’ αγροικώ
δυνατά να μουρμουρίζουν
σαν να ρυάζετο θηριό.
105
Κακορίζικοι, που πάτε
του Αχελώου μες στη ροή,
και πιδέξια πολεμάτε
από την καταδρομή.
106
Να αποφύγετε! το κύμα
έγινε όλο φουσκωτό.
εκεί ευρήκατε το μνήμα,
πριν να ευρήτε αφανισμό.
107
Βλασφημάει, σκούζει, μουγγρίζει
κάθε λάρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει
τες βλασφήμιες του θυμού.
108
Σφαλερά τετραποδίζουν
πλήθος άλογα, και ορθά
τρομασμένα χλιμιντρίζουν
και πατούν εις τα κορμιά.
109
Ποιος στον σύντροφον απλώνει
χέρι, ωσάν να βοηθηθεί;
Ποιος την σάρκα του δαγκώνει
όσο οπού να νεκρωθεί;
110
Κεφαλές απελπισμένες,
με τα μάτια πεταχτά,
κατά τ’ άστρα σηκωμένες
για την ύστερη φορά.
111
Σβήεται – αυξαίνοντας η πρώτη
του Αχελώου νεροσυρμή –
το χλιμίντρισμα και οι κρότοι,
και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.
112
Έτσι ν’ άκουα να βουίξει
τον βαθύν Ωκεανό,
και εις το κύμα του να πνίξει
κάθε σπέρμα Αγαρηνό.
113
Και εκεί που ναι η Αγία Σοφία,
μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ’ άψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,
114
σωριασμένα να τα σπρώξει
η κατάρα του Θεού,
κι απ’ εκεί να τα μαζώξει
ο αδελφός του Φεγγαριού.
115
Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει.
Και η Θρησκεία, κι η Ελευθεριά
μ’ αργοπάτημα ας πηγαίνει
μεταξύ τους, και ας μετρά.
116
Ένα λείψανο ανεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει,
και δεν φαίνεται και πλιό.
117
Και χειρότερα αγριεύει
και φουσκώνει ο ποταμός.
Πάντα, πάντα περισσεύει
πολυφλοίσβιμα και αφρός.
118
Α! γιατί δεν έχω τώρα
την φωνή του Μωυσή;
Μεγαλόφωνα, την ώρα
όπου εσβηούντο οι μισητοί,
119
τον Θεόν ευχαριστούσε
στου πελάου τη λύσσα εμπρός.
Και τα λόγια ηχολογούσε
αναρίθμητος λαός.
120
Ακολουθάει την αρμονία
η αδελφή του Ααρών,
η προφήτισσα Μαρία,
μ’ ένα τύμπανο τερπνόν,
121
και πηδούν όλες οι κόρες
με τις αγκάλες ανοιχτές,
τραγουδώντας, ανθοφόρες,
με τα τύμπανα κι εκειές.
122
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.
123
Εις αυτήν είν’ ξακουσμένο,
δεν νικιέσαι εσύ ποτέ.
Όμως, όχι, δεν είν’ ξένο
και το πέλαγο για σε.
124
Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει
κύματ’ άπειρα εις τη γη,
με τα οποία την περιζώνει,
κι είν’ εικόνα σου λαμπρή.
125
Με βρυχίσματα σαλεύει
που τρομάζει η ακοή.
Κάθε ξύλο κινδυνεύει
και λιμιώνα αναζητεί.
126
Φαίνετ’ έπειτα η γαλήνη
και το λάμψιμο του ηλιού,
και τα χρώματα αναδίδει
του γλαυκότατου ουρανού.
127
Δεν νικιέσαι, είν’ ξακουσμένο,
στην θηράν εσύ ποτέ.
Όμως, όχι, δεν είν’ ξένο
και το πέλαγο για σε.
128
Περνούν άπειρα τα ξάρτια,
και σαν λόγγος στριμωχτά
τα τρεχούμενα κατάρτια,
τα ολοφούσκωτα πανιά.
129
Σε τες δύναμές σου σπρώχνεις,
και αγκαλά δεν είν’ πολλές
πολεμώντα, άλλα διώχνεις,
άλλα παίρνεις, άλλα καις.
130
Με επιθύμια να τηράζεις
δύο μεγάλα σε θωρώ,
και θανάσιμον τινάζεις
εναντίον τους κεραυνό.
131
Πιάνει, αυξάνει, κοκκινίζει,
και σηκώνει μια βροντή,
και το πέλαο χρωματίζει
με αιματόχροη βαφή.
132
Πνίγοντ’ όλοι οι πολεμάρχοι,
και δεν μνέσκει ένα κορμί,
Χάρου, σκιά του Πατριάρχη,
που σε πέταξαν εκεί.
133
Εκφυγόσμιγαν οι φίλοι
με τους εχθρούς τους τη Λαμπρή,
και τους έτρεμαν τα χείλη,
δίνοντάς τα εις το φιλί.
134
Κειές τες δάφνες, που εσκορπήστε,
τώρα πλέον δεν τες πατεί,
και το χέρι, όπου εφιλείστε
πλέον, α! πλέον δεν ευλογεί.
135
Όλοι κλαύστε. Αποθαμένος
ο αρχηγός της Εκκλησιάς.
Κλαύστε, κλαύστε κρεμασμένος
ωσάν να τάνε φονιάς.
136
Έχει ολάνοικτο το στόμα
π’ ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ’ Άγιον Αίμα, τ’ Άγιον Σώμα.
λες πως θε να ξαναβγεί
137
η κατάρα που είχε αφήσει
λίγο πριν να αδικηθεί,
εις οποίον δεν πολεμήσει,
και ημπορεί να πολεμεί.
138
Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
εις το πέλαγο, εις τη γη,
και μουγκρίζοντας ανάβει
την αιώνιαν αστραπή.
139
Η καρδιά συχνοσπαράζει…
πλην τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει
με το δάκτυλο η θεά.
140
Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη
τρεις φορές μ’ ανησυχιά.
Προσηλώνεται κατόπι
στην Ελλάδα, κι αρχινά.
141
«Παλληκάρια μου! οι πολέμοι
για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει
στους κινδύνους εμπροστά.
142
Απ’ εσάς απομακραίνει
κάθε δύναμη εχθρική.
Αλλ’ ανίκητη μια μένει
που τες δάφνες σας μαδεί
143
μία, που όταν ωσάν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι από τη νίκη
αχ! τον νουν σας τυραννεί.
144
Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή.
καθενός χαμογελάει,
παρ’ το, λέγοντας, και συ.
145
Κειό το σκήπτρο, που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά.
Μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά.
146
Από στόμα οπού φθονάει,
παλληκάρια, ας μην πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.
147
Μην ειπούν στον στοχασμό τους
τα ξένα έθνη αληθινά.
Εάν μισούνται ανάμεσά τους
δεν τους πρέπει Ελευθεριά.
148
Τέτοια αφήστενε φροντίδα.
Όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία, και για πατρίδα,
όμοιαν έχει την τιμή.
149
Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλιασθείτε,
σαν αδέλφια γκαρδιακά.
150
Πόσον λείπει, στοχασθείτε,
πόσον ακόμα να παρθεί.
Πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,
πάντα εσάς θ’ ακολουθεί.
151
Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία!
καταστήστε ένα σταυρό,
και φωνάξετε με μία:
Βασιλείς, κοιτάξτ’ εδώ.
152
Το σημείον που προσκυνάτε
είναι τούτο, και γι’ αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε
στον αγώνα τον σκληρό.
153
Ακατάπαυστα το βρίζουν
τα σκυλιά, και το πατούν
και τα τέκνα του αφανίζουν,
και την πίστη αναγελούν.
154
Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη
της νυκτός : Να κδικηθώ.
155
Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες,
και δεν έπαυσε στιγμή.
156
Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος
σαν του Άβελ καταβοά.
Δεν είν’ φύσημα του αέρος
που σφυρίζει εις τα μαλλιά.
157
Τι θα κάμετε; Θ’ αφήστε
να αποκτήσωμεν εμείς
Λευθερίαν, ή θα την λύστε
εξ αιτίας πολιτικής;
158
Τούτο αν ίσως μελετάτε,
ιδού, εμπρός σας, τον Σταυρό.
Βασιλείς! ελάτε, ελάτε,
και κτυπήσετε κι εδώ».




Ενπνευσμένο από:http://www.fourakis-kea.com/forum/viewtopic.php?f=49&t=4960 
της Α. Κατσούλα

~ Ποίησις ~





Ήρθαν

ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.

Έφεραν
το Σοφό, τον Οικιστή και τον Γεωμέτρη
βίβλους γραμμάτων και αριθμών
την πάσα Yποταγή και Δύναμη
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.
Ούτε μέλισσα καν δεν γελάστηκε το χρυσό ν’ αρχινίσει παιχνίδι·
Ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.
Έστησαν και θεμελίωσαν
στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς κι επαύλεις
ξύλα και άλλα πλεούμενα
τους Νόμους, τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα
στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.
Ούτε καν ένα χνάρι Θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε·
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.

Έφτασαν

ντυμένοι «φίλοι»

αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ’ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.

Oδυσσέας Eλύτης
(Aπό το Άξιον Eστί)



                                 ₪₪₪₪₪₪₪₪₪



Στο στόμα ως έχουν το φιλί του Πάσχα,
όλοι, μεγάλοι, μικροί
δείξε φιλί αναστάσιμο
και στην Ελλάδα πάλι, Λαμπρή,
πρόσταξε του όκνου οι δαίμονες
να πέσουν και του μίσους νεκροί,
στήσε μας της θυσίας βωμούς
και της Αγάπης Κροίσους, Λαμπρή,
από λατρείες παλιές και νέες
άναψε Υμέναιον ένα, Λαμπρή,
για μιαν απίστευτη στο θάμα
των Ελλήνων γέννα, μπορεί…»

από το ποίημα «Λαμπρή»
Κ. Παλαμάς