Τα Μεταλλαγμένα και τα γεωπολιτικά σχέδια των ΗΠΑ


Πέραν των συνήθων αναφορών περί των οικολογικών επιπτώσεων της βιοτεχνολογίας και της γενετικής μηχανικής, πολύ λίγες αναφορές έχουν γίνει στη χρήση της βιοτεχνολογίας με σκοπό τον γεωπολιτικό έλεγχο των αναπτυσσομένων περιοχών του πλανήτη.

Ο γεωπολιτικός έλεγχος επιχειρείται συνήθως με την αγορά οπλικών συστημάτων, με τον έλεγχο των πετρελαιοπηγών στη Μ.Ανατολή και στον Καύκασο, με τον έλεγχο των χρηματορροών και προσφάτως με την παραγωγή τροφής από μια μειοψηφία μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών πολλές εκ των οποίων είναι αμερικανικές.

Ο Οργανισμός που κρύβεται πίσω από την προώθηση των Μεταλλαγμένων Προϊόντων είναι το Ίδρυμα Rockefeller στη Ν. Υόρκη.

Μόνο την προηγούμενη δεκαετία, το ίδρυμα αυτό ξόδεψε πάνω από 100 εκατομ. $ για την έρευνα και την ανάπτυξη των μεταλλαγμένων ποικιλιών.
Ο Πρόεδρος του Ιδρύματος, Gordon Conway, στα 1999, ανέφερε πως το Ίδρυμα Rockefeller είναι «…ένα ίδρυμα με στόχο τη βελτίωση και την προστασία της ζωής των φτωχών λαών του πλανήτη…».

Η ομιλία αυτή έγινε στα γραφεία της Monsanto –της μεγαλύτερης εταιρείας παραγωγής και προώθησης φυτοφαρμάκων, υβριδίων και μεταλλαγμένων σπόρων.


Στην ομιλία αυτή, ο Conway ανέφερε ότι η «επανάσταση» των μεταλλαγμένων έρχεται ν’ αντιμετωπίσει την κατακόρυφη αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού κατά 2 δισ. ανθρώπους μέχρι το 2020 –με έξαρση στις χώρες του Νότου– σε συνδυασμό με την κατακόρυφη πτώση των στρεμματικών αποδόσεων και τη μείωση της παραγωγικότητας των εδαφών εξαιτίας της διάβρωσης και των συνεχών επιβαρύνσεων που δέχονται.

Βασισμένη σ’ αυτή τη συλλογιστική, η Monsanto, για πάνω από 18 χρόνια, επεξέτεινε τη διείσδυσή της σε μια σειρά από χώρες, καθιστάμενη έτσι ο πολιορκητικός κριός της αμερικανικής εξάρτησης στον διατροφικό τομέα παγκοσμίως.
Η Εταιρεία, προκειμένου να διεισδύσει στις χώρες όπου στόχευε, έκανε επιλογή ιδρυμάτων, φορέων, επιστημόνων αλλά και πολλών ΜΚΟ τους οποίους εκπαίδευε στις Η.Π.Α.

Πάνω από 400 κορυφαίοι επιστήμονες και καθηγητές Παν/μίων από τις Φιλιππίνες, την Ταϊλάνδη, την Κένυα και την Κίνα έχουν καταρτιστεί με χρήματα του Ιδρύματος Rockefeller.
Το ίδρυμα, από την ίδρυσή του στα 1914 από την οικογένεια της Standard Oil, χρηματοδότησε σειρά επονείδιστων ερευνητικών προγραμμάτων ό­­­­­­­πως­­ π.χ. εκείνα της Κοινωνίας των Ευγενών για τη φυλετική καθαρότητα που χρησιμοποίησαν οι Ναζί. Για να επισκιάσει τα επικριτικά σχόλια που εγέρθηκαν μετά τον Β΄ Πόλεμο, το ίδρυμα έστρεψε την ερευνητική του δραστηριότητα στην Προστασία του Περιβάλλοντος, τον περιορισμό των φυσικών πόρων και τον υπερπληθυσμό.
Στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα, το ίδρυμα χρηματοδοτεί­ κατά κόρον ερευνητικά προγράμματα βιοτεχνολογίας, γενετικής μηχανικής και μεταλλάξεων λόγω της εμπλοκής του σε προγράμματα ελέγχου της πληθυσμιακής αύξησης στον Τρίτο Κόσμο.
Τα μέσα ελέγχου και κυριαρχίας Στα 1972, ο Πρόεδρος Νίξον κάλεσε το μέλος του Δ.Σ. του Ιδρύματος, Τζων Ροκφέλερ ΙΙΙ, να αναλάβει την Προεδρία μιας επιτροπής με τον τίτλο : «Πληθυσμός και το μέλλον της Αμερικής». Στα πεπραγμένα της Επιτροπής αυτής βασίστηκε το Υπόμνημα του Χένρι Κίσινγκερ για την Εθνική Ασφάλεια, γνωστό ως NSSM 200 που εκδόθηκε τον Απρίλιο του 1974.
Το πρόγραμμα Τροφή και Π­­ετρέ­λαιο αποτέλεσε τη βασική στρατηγική του Κίσινγκερ ως Δ/ντη το
υ Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας και υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ.

Το πρόγραμμα αυτό βρήκε αρχική εφαρμογή στην πρώην Σοβιετική Ένωση και αποσκοπούσε στο να εξαρτήσει διατροφικά την Ε.Σ.Σ.Δ. με μεγάλες εισαγωγές τροφίμων τις οποίες θα αποπλήρωνε με την εξαγωγή πετρελαίου.

Το πετρέλαιο θα βοηθούσε στην εξισορρόπηση των αποθεμάτων της Αμερικής, δεδομένης της κάμψης που παρατηρήθηκε στη δεκαετία του 1970 στην περιοχή της Αλάσκας.

Οι εξαγωγές τροφίμων έγιναν από τότε βασικό μέσο στρατηγικής διείσδυσης των Η.Π.Α. για την εξασφάλιση φτηνού πετρελαίου από τις αναπτυσσόμενες περιοχές του πλανήτη.

Από τότε έως και σήμερα, ο έλεγχος της οικονομικής ανάπτυξης και της πληθυσμιακής αύξησης σε χώρες ύψιστης γεωπολιτικής σημασίας και φυσικών πόρων αποτέλεσαν προτεραιότητες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Ο Κίσινγκερ όφειλε την πολιτική του σταδιοδρομία και την ιδιαίτερη δύναμή του στην Οικογένεια Ροκφέλερ η οποία, με τη σειρά της, στήριξε, από την αρχή της ίδρυσης της Standard Oil Trust στα 1900, την πολιτική της στη γεωπολιτική του πετρελαίου και του ελέγχου μεγάλων περιοχών υψηλής σημασίας σε φυσικούς πόρους.

Στο πλαίσιο του Μνημονίου NSSM 200 δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στον έλεγχο της πληθυσμιακής αύξησης και οι λιμοί περιγράφονται ως εργαλείο για την επίτευξη του ελέγχου αυτού.

Σύμφωνα με αυτή την πολιτική, οι ΗΠΑ και άλλες πιστώτριες χώρες αρνούνται την εξαγωγή τροφής σε πληττόμενες περιοχές του πλανήτη ωθώντας μαζικά, χιλιάδες ανθρώπους, στον θάνατο από λιμό!

Ο Bren Scowcroft, Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας και συνεργάτης του Κίσινγκερ, έγινε ο συνεχιστής της πολιτικής αυτής.
Τα προγράμματα ελέγχου των γεννήσεων στον Τρίτο Κόσμο έγιναν προαπαιτούμενο για τη χορήγηση οικονομικής βοήθειας ή για την εφαρμογή προγραμμάτων από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια Τράπεζα, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Το Μνημόνιο NSSM 200, που αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά στα 1989, κάνει λόγο για 13 χώρες κλειδιά για τις ΗΠΑ οι οποίες είναι: η Ινδία, το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, η Ινδονησία, η Ταϊλάνδη, η Νιγηρία, οι Φιλιππίνες, η Τουρκία, η Αίγυπτος, η Αιθιοπία, το Μεξικό, η Βραζιλία και η Κολομβία.

Οι χώρες αυτές θα έπρεπε να ακολουθήσουν αυστηρές πολιτικές ελέγχου των γεννήσεων προκειμένου να τους χορηγηθεί οικονομική βοήθεια από τις Η.Π.Α., ακόμα και για την αντιμετώπιση καταστάσεων λιμού ή μεγάλων καταστροφών.
Το Μνημόνιο αυτό αποτελεί ακόμα σήμερα ανεπίσημη πολιτική των Η.Π.Α., παρά την πίεση που δέχεται η Κυβέρνηση Μπους στα θέματα του ελέγχου των γεννήσεων από θρησκευτικές Ομάδες Καθολικών και Ευαγγελιστών. Ο ρόλος του Ιδρύματος Rockefeller παραμένει ση­­­­­­μαντι­κός, εστιαζόμενος σήμερα στην εφαρμογή μεθόδων γενετικών μεταλλάξεων στην αγροτική παραγωγή σε χώρες κλειδιά στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική.
Στα 1971, το ίδρυμα Rocke­feller, σε συνεργασία με την Παγκόσμια Τράπεζα, δημιούργησε­ έναν Συμβουλευτικό Οργανισμό­ για την έρευνα σε θέματα Αγροτικής Παραγωγής (CGIAR). Ο Οργανισμός αυτός διαθέτει 16 ερευνητικά κέντρα σε όλο τον κόσμο, και κυρίως στις αναπτυσ­σόμενες χώρες, τα οποία χρηματοδοτούνται με περίπου 350 εκατομ. $ ετησίως και λειτουργεί κάτω από την ομπρέλα της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Ο στόχος της CGIAR είναι η προώθηση « της βιώσιμης αγροτικής παραγωγής που να εξασφαλίζει την ασφάλεια των τροφίμων». Χρησιμοποιώντας την τεράστια πολιτική και οικονομική του επιρροή, ο Οργανισμός έχει επεκτείνει τον έλεγχο σε ποικιλίες φυτών και σε γενετικό υλικό παγκοσμίως.

Το υλικό αυτό, στη συνέχεια, παραδίδεται σε μεγάλες εταιρείες όπως η Monsanto και η Syngenta έτσι ώστε «…ο συνδυασμός του γενετικού υλικού να συμβάλει στην αύξηση της παραγωγικότητας και της βιωσιμότητας». Ο Οργανισμός εκπαιδεύει επιστήμονες και ερευνητές στη βιοτεχνολογία προκειμένου να εφαρμόσουν τις μεθόδους της γενετικής μηχανικής στην εγχώρια αγροτική παραγωγή.
Επιπλέον, το ίδρυμα Rocke­feller είναι ο κύριος χρηματοδότης μιας Διεθνούς Υπηρεσίας για την Απόκτηση Αγρο-Βιοτεχνολογικών εφαρμογών (ISAAA).
Κάθε Πρόεδρος των Η.Π.Α., από την περίοδο διακυβέρνησης του Μπους στα 1992 και έπειτα, έχει θέσει τη γενετική μηχανική και τις εφαρμογές της βιοτεχνολογίας πολύ ψηλά στην πολιτική ατζέντα.

Εκτός του Ιδρύματος Rockefeller, χρηματοδότες του ISAAA είναι η Monsanto (Η.Π.Α.), η Syngenta (Ελβετία), η DowAgrosince (Η.Π.Α.), η Pioneer Hi-Bred (Η.Π.Α.), η Cargill (Η.Π.Α.), η Bayer CropScience (Γερμανία) και το US-AID (State Department-Η.Π.Α.). Η Φιλοσοφία του Οργανισμού αυτού είναι ότι, όσο ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξάνεται στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, γεγονός που οξύνει τη ζήτηση τροφής, τόσο πιο αναγκαία γίνεται η εισδοχή τεχνολογιών από τον Βορρά για την κάλυψη της ζήτησης αυτής.

Ο Οργανισμός λοιπόν δρα σαν μεταφορέας τεχνολογιών γενετικής μηχανικής και εφαρμογών τους σε καλλιέργειες στις χώρες του Τρίτου Κόσμου.

Όπως το Μνημόνιο NSSM 200 του Κίσινγκερ έτσι και ο ISAAA επικεντρώνεται σε 12 αναπτυσσόμενες χώρες για την επέκταση των Μεταλλαγμένων Αγροκτημάτων. Έξι από αυτές είναι οι ίδιες χώρες που περιελάμβανε και το NSSM 200: Μεξικό, Βραζιλία, Ινδονησία, Φιλιππίνες, Ταϊλάνδη και Αίγυπτος, ενώ προστέθηκαν οι: Μαλαισία, Βιετνάμ, Κένυα, Ζι­μπάμπουε, Αργεντινή και Κόστα Ρίκα.
Στην προβληματική που αναπτύσσεται για την υιοθέτηση γενετικών μεταλλάξεων, αποκρύπτεται το γεγονός ότι, εκτός των άλλων, η χρησιμοποίηση μεταλλαγμένων σπόρων συνοδεύεται από εκτεταμένη χρήση φυτοφαρμάκων που μόνο οι μεγάλες αυτές εταιρείες διαθέτουν.

Μιλάμε δηλαδή για μια πλήρη εξάρτηση των αγροτών από τις Πολυεθνικές.

Η παραγωγή τροφής με αυτό τον τρόπο μετατίθεται στο πλαίσιο των μεγάλων αγρο-βιομηχανικών αγορών, πολύ πέρα από το εθνικό πλαίσιο ασφαλείας.
Επεκτείνοντας τον έλεγχο μέσω της Γενετικής Μηχανικής­
Οι πιο ενδεικτικές ποικιλίες στις οποίες βρίσκει εφαρμογή η Γενετική Μηχανική είναι αυ­­τές του ρυζιού, της σόγιας, του σιταριού, της ελαιοκράμβης και πολλών ακόμα συνδυασμών τους.

Περισσότερα από το 70% των τροφίμων που καταναλώνονται στην Αμερική σήμερα προέρχονται από συνδυασμούς μεταλλαγμένων ποικιλιών. Το σύνολο σχεδόν των ζωοτροφών στις­ μεγάλες φάρμες, και πιο συγκεκριμένα σε αυτές όπου καλλιεργούνται σόγια και καλαμπόκι, προέρχονται από γενετικές μεταλλάξεις.

Στην Αμερική, οι καταναλωτές αγνοούν παντελώς τι τρώνε αφού η αμερικανική κυβέρνηση έχει αρνηθεί τη σήμανση στις τροφές που περιλαμβάνουν γενετικά τροποποιημένα συστατικά.

Στην Ευρώπη, η σχετική νομοθεσία περί σήμανσης είναι αρκετά ελλιπής αφού εξαιρεί τα ζωικά προϊόντα που είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στις μεταλλάξεις.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ISAAA, το 2003, η παγκόσμια παραγωγή Γενετικά Μεταλλαγμένων σπόρων έφτασε στα 68 εκατομ. στρέμματα, γεγονός που σημαίνει 15% αύξηση μέσα σ’ ένα χρόνο!

Το 55% της παγκόσμιας παραγωγής σόγιας προέρχεται από μεταλλάξεις.

Η σόγια είναι μια από τις πλουσιότερες τροφές σε πρωτεΐνη.

Κάθε μπουκιά από ένα χάμπουργκερ στα Mc Donald’s περιέχει σόγια σε ποσοστό που φτάνει το 30%!.

Η συγκέντρωση των μεγάλων αγροτοβιομηχανικών συμπλεγμάτων όπου παρατηρείται ανεξέλεγκτη χρήση των γενετικών μεταλλάξεων είναι οι Η.Π.Α., η Ευρώπη, η Αν. Ασία, η Αυστραλία και η Αργεντινή.

Πρόσφατα και η Βραζιλία παραιτήθηκε από τον έλεγχο των σπόρων προς όφελος των γιγάντων της βιοτεχνολογίας που στοχεύουν στον πλήρη έλεγχο των πηγών παραγωγής τροφίμων.
Η Ολοκλήρωση της Τεχνολογίας­
Εάν χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ινδονησία ήταν σε θέση να δημιουργήσουν συνθήκες αυτάρκειας στην παραγωγή τροφής και να αυτονομηθούν από τη διατροφική εξάρτηση των Η.Π.Α., η ηγεμονία της Αμερικής θα απειλούνταν παρά τη στρατιωτική κυριαρχία της. Ο πολιορκητικός κριός των Η.Π.Α. για τη διατήρηση της κυριαρχίας στον χώρο των τροφίμων είναι η Monsanto. Βασική επιλογή του Ιδρύματος Rockefeller στα 1999 ήταν η στήριξη της εταιρείας στην απόφασή της να μην «εμπορευματικοποιήσει» την «ολοκληρωμένη τεχνολογία» της για τους μεταλλαγμένους σπόρους.

Ο Πρόεδρος της εταιρίας, κ. Σαπίρο, έγραψε στο ίδρυμα λέγοντας ότι «θα βάλει στο ράφι» την τεχνολογία «των άγονων σπόρων» που κατ’ αρχήν είχε ονομαστεί Τεχνολογία για την Περιοριστική χρήση της Γενετικής (GURT).
H απόφαση αυτή της ­εται­ρείας­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­ πάρθηκε προκειμένου να­­­­­­­ ­εκτονωθεί η αντίθεση στα μεταλλαγμένα που είχε αναπτυχθεί ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Η «ολοκληρωμένη τεχνολογία» είναι η ατομική βόμβα στον χώρο της αγροτικής παραγωγής με πολλά πνευματικά δικαιώματα να κατέχονται από το αντίστοιχο Υπουργείο Γεωργίας των Η.Π.Α. Οι «άγονοι σπόροι» θα λύσουν το μεγάλο πρόβλημα της Monsanto και των άλλων γιγάντων της βιοτεχνολογίας να συγκεντρώσουν μεγάλα ποσά για σπόρους που θα «πατενταριστούν» και θα μετατραπούν σε μεταλλαγμένους, κάτι που έγινε εφικτό στο πλαίσιο των πρόσφατων συνομιλιών της GATT για το εμπόριο των «πατεντών».
Το ελεύθερο εμπόριο στα αγροτικά προϊόντα βρίσκεται στην καρδιά του Παγκόσμιου Ορ­­­­γα­νισμού Εμπορίου. Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της GATT και του Γύρου της Ουρουγουάης, στις αρχές του 1990, οι πολυεθνικές εταιρείες έχουν το δικαίωμα να εισπράττουν ποσά για τη χρήση των πνευματικών τους δικαιωμάτων. Κάτω από την πίεση των Η.Π.Α., οι μεγάλες εταιρείες έχουν το δικαίωμα να πατεντάρουν πολλές ποικιλίες φυτών –σύμφωνα με την ιδιαίτερη συμφωνία των TRIPs– παρότι πολλά από αυτά, για εκατοντάδες χρόνια, βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των κοινωνιών τους. Η Ουάσινγκτον, μέσω της συμφωνίας των TRIPs, πίεσε τις αναπτυσσόμενες χώρες να πληρώσουν μεγάλα ποσά, κατηγορώντας τις για πειρατεία, επειδή δεν πλήρωναν δικαιώματα για τη χρήση των πατενταρισμένων ποικιλιών!! Ο Μίκι Κάντορ, αντιπρόσωπος των Η.Π.Α. στις συνομιλίες του Γύρου της Ουρουγουάης, βρίσκεται σήμερα στο Διοικητικό Συμβούλιο της Monsanto!
Μέσω των συμφωνιών TRIPs, η ελβετική εταιρεία Syngenta διατηρεί πλήρη έλεγχο στις περισσότερες ποικιλίες ρυζιού στο Πακιστάν, στην Ινδία και στη Ν. Ανατολική Ασία.

Η Monsanto ελέγχει τις ποικιλίες σόγιας, σιταριού και βαμβακιού. Το μεγάλο τους πρόβλημα είναι η συγκομιδή πόρων για χρήση δικαιωμάτων από εκατομμύρια μικρούς αγρότες. Η δυσκολία αυτή θ’ αντιμετωπιστεί εάν τεθεί σε εφαρμογή η «ολοκληρωμένη τεχνολογία» της Monsanto.

Με την τεχνολογία αυτή θα δοθεί η δυνατότητα εισαγωγής αυτοκτόνων ειδών σε φυτά όπως το βαμβάκι, η σόγια, το καλαμπόκι και άλλα. Η χρήση της τεχνολογίας αυτής στους μεταλλαγμένους σπόρους δεν θα επιτρέπει στους αγρότες να μοιράζονται τους σπόρους τους με άλλους αγρότες ή να φυτεύουν με δικούς τους σπόρους την επόμενη καλλιεργητική περίοδο.

Έτσι θα είναι πλήρως εξαρτημένοι από τη Monsanto για την προμήθεια σπόρων και των φυτοφαρμάκων που τους συνοδεύουν.

Η Monsanto και το Ίδρυμα Rockefeller καθυστερούν την εμπορευματικοποίηση της «ολοκληρωμένης τεχνολογίας» προκειμένου να διαδώσουν σε πρώτη φάση τη χρήση των μεταλλαγμένων σπόρων.
Μεταλλαγμένοι σπόροι -Ο νέος βιολογικός πόλεμος Η αγροτο-βιομηχανία, στις μέρες μας, ελεγχόμενη από μια χούφτα πολυεθνικών, είναι η δεύτερη πιο κερδοφόρα βιομηχανία μαζί με αυτή της φαρμακοβιομηχανίας, με ετήσιο τζίρο πάνω από 800 εκατομ. $. Η αμερικανική κυβέρνηση και το επιτελείο του Μπους έχει πολύ στενές σχέσεις με τις εταιρείες αυτές, προεξαρχούσης της Monsanto.
Η παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας σε φτωχές χώρες αποτελεί σήμερα ένα βασικό μέσο πίεσης για την αποδοχή των μεταλλαγμένων σπόρων και της βιοτεχνολογίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί και το πρόγραμμα για την καταπολέμηση του AIDS στην Αφρική με την συμμετοχή πολλών μεγάλων Μ.Κ.Ο.
Η διασταύρωση των DNA, παρά τη φαινομενική δυνατότητα για δημιουργία πιο ανθεκτικών ποικιλιών, χρησιμοποιείται σήμερα για την εισαγωγή τοξικών βακτηρίων σε πολλές ποικιλίες φυτών μετατρέποντας τις έτσι σε βιολογικά όπλα! Ενδεικτικό παράδειγμα είναι το glyphosate με το όνομα Roundup που πωλείται μαζί με μεταλλαγμένους σπόρους από την ίδια εταιρεία προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σαν ενσωματωμένο φυτοφάρμακο.

Η χρήση της Γενετικής Μηχανικής στα χέρια των γιγάντων της βιοτεχνολογίας γίνεται μέσο απειλής για το ανθρώπινο είδος.

Ο έλεγχος της παραγωγής τροφής και των συναφών φυσικών πόρων που συντελούν σε αυτό αποτελεί ευθεία καταστρατήγηση της φυσικής ισορροπίας και του εθνικού και κοινωνικού ελέγχου σε όλο τον πλανήτη.
Η χρήση αυτή είναι σήμερα η μεγαλύτερη απειλή για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ασύγκριτα μεγαλύτερη από αυτή που προβάλλουν ως καταστρατήγηση πολλές από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις στον πλανήτη. 

ΑΠΟ:http://katatransavantguardia.org 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s