Γενετικός και Πληθυσμιακός Αφελληνισμός: Στρατηγικοί Στόχοι μιάς Άλλης Πολιτικής

Το πρόβλημα

Μέσα στην πολύπλευρη κρίση που διανύουμε και βιώνουμε καθημερινά, η προσοχή των ιθυνόντων  βρίσκεται επικεντρωμένη στη διαχείριση της οικονομίας, της κοινωνικής αναταραχής και των  ζητημάτων της εξωτερικής πολιτικής και  άμυνας της χώρας. Το πολιτικό προβλέπειν και ο μακρόπνοος σχεδιασμός απουσιάζουν.  Ως αποτέλεσμα της νοοτροπίας αυτής,  τα μεγάλα θέματα για την φυσική και πολιτική επιβίωση του ελληνικού γένους και του πολιτισμού μας βρίσκονται και παραμένουν έξω από  την πολιτική ατζέντα: έχουν  μπει στο χρονοντούλαπο του πολιτικού μας συστήματος και του ενδιαφέροντος των ΜΜΕ.  Κεντρικό ανάμεσα στα θέματα του πολιτικού προβλέπειν με στρατηγική σημασία είναι  η ανακοπή και η αντιστροφή της γενετικής και  πληθυσμιακής μας συρρίκνωσης.
Πάνε τώρα 17 χρόνια από τότε που το θέμα τέθηκε στην αρμόδια επιτροπή της βουλής, αλλά έκτοτε ουδέν. Εθνικοί προϋπολογισμοί, ευρωπαϊκά πακέτα στήριξης, προγράμματα ανάπτυξης πάνε κι έρχονται, αλλά κανένας δεν νοιάζεται για το πρόβλημα αυτό που κατατρώει, αργά και  σταθερά, τη σάρκα του ελληνικού γένους. Με μαθηματική ακρίβεια φθίνουμε ως έθνος και αφανιζόμαστε ως ιστορική βιολογική παρουσία. Όλα τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει μεγάλο δημογραφικό πρόβλημα. Δύο συνιστώσες του προβλήματος αυτού είναι η υπογεννητικότητα (η ύπαρξη δείκτη γεννήσεων χαμηλότερου από αυτόν που απαιτείται για την ανανέωση του πληθυσμού) και η γήρανση του πληθυσμού (η αύξηση της αναλογίας και του απόλυτου αριθμού γηραιότερων ανθρώπων σε σχέση με τους νεότερους). Το χρόνιο αυτό πρόβλημα εντείνεται στις μέρες μας από την εμφανιζόμενη τάση για μετανάστευση – φυγή των νέων μας στο εξωτερικό. Έτσι, είμαστε και παραμένουμε  συνολικά σιωπηλοί μάρτυρες του πληθυσμιακού αφελληνισμού της πατρίδας μας – χωρίς να κάνουμε τίποτα!
Αν κοιτάξουμε τη γειτονιά μας θα κατανοήσουμε, ότι η αντιστροφή της πληθυσμιακής μας φθοράς πρέπει  άμεσα να μπει στον πυρήνα  του αναπτυξιακού μας σχεδιασμού και της εθνικής μας στρατηγικής, ώστε  να εξασφαλιστούν  η συνέχεια του γένους και του πολιτισμού μας.
Οι δείκτες που καταγράφουν τη ζωτική σημασία του προβλήματος είναι:
α)  η διαρκής μείωση του ελληνικού πληθυσμού,
β)  η  αλλοίωση  που σημειώνεται στη δημογραφική σύνθεση της χώρας, και
γ)  η  λόγω της συγκυρίας τάση φυγής των νέων μας στο εξωτερικό.
2. Αριθμοί και  συνέπειες
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσία (2004) και της Οικονομικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη [1], ο δείκτης γεννητικότητας    στην Ελλάδα  το 2004 ήταν 1.3 παιδιά ανά γυναίκα,  ενώ για να διατηρηθεί ο ελληνικός πληθυσμός στα σημερινά του επίπεδα ο δείκτης  έπρεπε να είναι  στο 2.2.
Πίνακας 1: Συνολικό Ποσοστό Γονιμότητας 1998-2006 (Total Fertility Rate)
1998 1999 2000 2001 2002 2003 2004 2005 2006
1.29 1.28 1.27 1.26 1.27 1.29 1.31 1.34 1.41
Η Ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία Eurostat (2003) τονίζει, ότι η Ελλάδα εμφανίζει δημογραφική μείωση, ενώ η πληθυσμιακή της αύξηση οφείλεται αποκλειστικά στη μετανάστευση και στην είσοδο αλλοδαπών.
Η υπογεννητικότητα έχει οδηγήσει στη μείωση κατά 160 χιλιάδες  του  σχολικού πληθυσμού κατά την τελευταία δεκαετία. Ο σχολικός πληθυσμός της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης μειώθηκε σημαντικά,  ενώ η  μηδενική σχεδόν αύξηση  στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση οφείλεται στην αύξηση του αριθμού των  αλλοδαπών μαθητών. Συνδυάζοντας στοιχεία της  κυβέρνησης των Η.Π.Α.(2004) (http://www.state.gov/r) με στοιχεία της  Eurostat, υπολογίζουμε (2004) ότι ο συνολικός αριθμός των μεταναστών στην Ελλάδα είναι σήμερα  930 με 1230 χιλιάδες, ήτοι το  9.5% με 12.5% του ελληνικού πληθυσμού. Όπως τόνιζε ο γενικός γραμματέας της ΕΣΥΕ  κ. M. Κοντοπυράκης (26.10.2004, ΤΑ ΝΕΑ), αν  διατηρηθούν οι υπάρχουσες σήμερα τάσεις, σε τριάντα χρόνια ο ελληνικός πληθυσμός θα  είναι 7 εκατομμύρια, από 10 εκατομμύρια που είναι σήμερα.
Η μελέτη που συντάχθηκε από διακομματική Επιτροπή της Βουλής το 1993 επεσήμαινε  το πρόβλημα,  το οποίο αφέθηκε έκτοτε στην τύχη του. Ο δείκτης γεννητικότητας ήταν τότε 1.4 και η φυσική αύξηση του πληθυσμού (δηλαδή, η διαφορά μεταξύ αριθμού γεννήσεων και θανάτων) ήταν 0.1%,  με 13% του πληθυσμού πάνω από την ηλικία των 65.   Το 2002 ο αριθμός των γεννήσεων εξισώθηκε  με τον αριθμό των θανάτων. Το 2003 οι θάνατοι έγιναν περισσότεροι από τις γεννήσεις, που έπεσαν στις 99.000, με το 19% του πληθυσμού άνω της ηλικίας των 65.  Στοιχεία από μελέτη του καθηγητή Μ. Δρεττάκη, δείχνουν επίσης ότι το ποσοστό των αγάμων μέσα στο σύνολο των φορολογουμένων αυξήθηκε σε μια δεκαετία (1981-1991) από το 24.46% στο 32.85%, δηλαδή παρουσίασε αύξηση κατά 34%.   Ο αριθμός αυτός αυξήθηκε ακόμα παραπέρα, δεδομένου ο αριθμός των γάμων μειώθηκε από το 1991 και μετά (Πίνακας 2).
Πίνακας 2: Αριθμός Γάμων
1991 2001 2004 2005 2006 2007
65.568 58.491 51.377 61.043 57.802 61.377
Πηγή: Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος
Οι έγγαμοι χωρίς παιδιά, στη δεκαετία 1981-1991, αυξήθηκαν από 26.28% στο 37.98% (αύξηση 45%), ενώ οι έγγαμοι με τρία παιδιά μειώθηκαν κατά 25%.
Τη ζοφερή εικόνα της βιολογικής-πληθυσμιακής μας φθοράς  συμπληρώνει ο απαράδεκτος δείκτης των τροχαίων ατυχημάτων, ο οποίος καταγράφει 2.000 περίπου νεκρούς ετησίως και 30.000 τραυματίες.
3. Το μέγεθος των εκτρώσεων και η γονιμότητα των γειτόνων μας
Είμαστε ένα φθίνων έθνος, με γεννητικότητα 1.3 παιδιά ανά γυναίκα και λιγότερες από 100.000 γεννήσεις τον χρόνο, τη στιγμή που  η Τουρκία δίπλα μας  προχωρεί με γεννητικότητα 2.4 και 1.600.000 γεννήσεις ετησίως, ενώ η Αλβανία και η Βουλγαρία με διπλάσιες ή τριπλάσιες γεννήσεις σε σχέση με την Ελλάδα.
Στο 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Γονιμότητας και Στειρότητας, που έγινε στη Θεσσαλονίκη (2002), ο καθηγητής κ. Ιωάννης Μπόντης ανακοίνωσε ότι η Ελλάδα κατέχει την πρώτη θέση στις εκτρώσεις σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες και τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Ο αριθμός των εκτρώσεων, σύμφωνα με τον κ. Μπόντη, υπερβαίνει τις 250 χιλιάδες το χρόνο. Μολονότι ο αριθμός αυτός αμφισβητείται (σύμφωνα με διάφορους υπολογισμούς, μπορεί να κυμαίνεται μεταξύ 150 και 250 χιλιάδων ετησίως), γίνεται δεκτό ότι περίπου το 20 – 25% των εκτρώσεων γίνεται  σε ανήλικα κορίτσια ηλικίας κάτω των 16 ετών (Μπόντης 2007, Δημητριάδου 2007). Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, οι εκτός γάμου γεννήσεις εκτιμώνται στο 1,5% του συνόλου του πληθυσμού το 1956, στο 3,8% το 1980, στο 5,1% του συνόλου το 1998, ενώ ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι της τάξης του 33% (Πηγή: Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Αναπαραγωγική και Σεξουαλική Υγεία 2008 – 2012, του υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης 2008).
4. Η αλλοίωση της σύνθεσης του πληθυσμού και η πολιτική του replacement  migration
Ο αριθμός των μεταναστών, σύμφωνα με έρευνα της εφημερίδας «Καθημερινή», πενταπλασιάστηκε μέσα σε  15 χρόνια, ενώ κατά την τελευταία πενταετία ο αριθμός των παιδιών των μεταναστών στα ελληνικά σχολεία τριπλασιάστηκε. Με βάση στατιστικά στοιχεία του 2004, ο αριθμός των παράνομων (κατά μεγάλη πλειοψηφία)  και νόμιμων  μεταναστών στην Ελλάδα (εκτιμούμενος ανάμεσα στις 900.000 έως 1.200.000 άτομα), αλλοιώνει τη σύνθεση των τοπικών κοινωνιών, αφού σε ορισμένες περιοχές το ποσοστό των μεταναστών αγγίζει ακόμη και το 25% του γηγενούς πληθυσμού (21.11.2004, Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων).
Σύμφωνα με μελέτες του Ο.Η.Ε (UN 2001, Brauch 2002) προβλέπεται, ότι στο διάστημα 2000-2050  ο γηγενής πληθυσμός της Ελλάδας θα έχει μειωθεί κατά 1.627.000 (δηλαδή 14.8% περισσότερο απ’ όσο αυξήθηκε την περίοδο 1950-2000, +1.417.000) και  στο τέλος της περιόδου θα είναι (μαζί με τους σημερινούς μετανάστες) 8.983.000. Αυτό σημαίνει   μέση μείωση κατά 32.540 άτομα το χρόνο. Η εκτίμηση αυτή είναι συμβατή και με άλλες  μελέτες του Ο.Η.Ε. (2003, http://esa/un.org/unpp), οι οποίες προβλέπουν μέσο ετήσιο ρυθμό  μείωσης του πληθυσμού κατά       -0.1% την πενταετία 2005-2010,  κατά -0.21% την πενταετία 2010-2015, και κατά -0.31% την πενταετία  2015-2020. Για το διάστημα 2050-2100 προβλέπουν ετήσια μείωση του πληθυσμού κατά -0.53%,  ενώ για το 2100  υπολογίζουν γηγενή  πληθυσμό στην Ελλάδα  7.500.000 κατοίκους.
Για γερασμένες χώρες και ηπείρους, όπως η Ευρώπη (όπου ο πληθυσμός φθίνει  και η  ηλικιακή δομή του παραγωγικού πληθυσμού ανατρέπεται), η Διεύθυνση Πληθυσμού των Ηνωμένων Εθνών προωθεί την ιδέα της λεγόμενης  “replacement migration, δηλαδή  την είσοδο ποσοστού μεταναστών που θα αντικαταστήσει το ποσοστό του εθνικού  πληθυσμού που χάνει μια χώρα.   Εφαρμόζοντας  την πολιτική αυτή για τον τόπο μας, ο  Ο.Η.Ε. προβλέπει, ότι  η Ελλάδα το 2050 θα έχει  8.233.000 κατοίκους (στους οποίους περιλαμβάνεται και ο αριθμός των σημερινών μεταναστών, με διπλάσια γονιμότητα). Για να διατηρηθεί, συνεπώς, ο πληθυσμός της στο επίπεδο του 2000,  που ήταν 10.900.000 κάτοικοι, θα απαιτηθούν  2.667.000   μετανάστες, που αντιστοιχούν σε ποσοστό 24.4%. Αν στον αριθμό αυτό προστεθούν οι ήδη υπάρχοντες   στην Ελλάδα (2000) μετανάστες,  τότε το 2050 θα υπάρχουν στη χώρα μας  3.560.000 με 3.860.000 μετανάστες, που θα καλύπτουν  το 32.7 με 35.4 % του πληθυσμού της.
5. Εφησυχασμός και ζωτικός κίνδυνος
Παρά τους ανησυχητικούς  δείχτες φθοράς, γήρανσης και αλλοίωσης της σύνθεσης του πληθυσμού,  οι  περισσότεροι Έλληνες  συνεχίζουμε να ζούμε  την καθημερινότητά μας αμέριμνοι, παραβλέποντας δυσοίωνες προβλέψεις και προοπτικές. Αψηφούμε τον κίνδυνο και τον αφήνουμε  να  απλώνεται ανενόχλητος, όπως μας επιτάσσουν η σιωπή του πολιτικού κατεστημένου και των ΜΜΕ.
Προβλήματα τέτοιας φύσης δεν κατανοούνται βέβαια με τρόπο άμεσο, όπως η φυσική καταστροφή ή κάποιο τραγικό δυστύχημα. Αλλά αυτό  δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν.  Ο γενετικός και πληθυσμιακός αφελληνισμός αποτελούν ύψιστο κίνδυνο για την ιστορική, πολιτική και πολιτισμική μας συνέχεια. Αγαπάμε τους ξένους, τους μετανάστες, τους κατατρεγμένους και κάθε βασανισμένο άνθρωπο. Όσοι, με βάση τις οικονομικές-παραγωγικές μας ανάγκες και δυνατότητες χρειάζονται, μπορούν να μείνουν και να ευδοκιμήσουν στη χώρα μας. Ωστόσο το μεταναστευτικό δεν μπορεί να γίνει μοχλός των σιωπηλών ιμπεριαλιστικών πολιτικών για άλωση της πατρίδας μας εκ των έσω. Σήμερα ο κίνδυνος δεν υποβόσκει απλά ως ενδεχόμενο αλλά έχει γίνει απτή πραγματικότητα.  Εάν δεν ληφθούν μέτρα,  οι συνέπειες του προβλήματος, προβλέπονται καταλυτικές για  την  Ελλάδα και το λαό της. Ο ελληνικός λαός, με την υπογεννητικότητα και την αλλοίωση της σύνθεσης του πληθυσμού, χάνει τον πολιτικό αυτοπροσδιορισμό του και περιθωριοποιείται. Ήδη η σοβαρή μείωση του γηγενούς ελληνικού πληθυσμού στις μη αστικές περιοχές και η σημειούμενη  αλλοίωση της πληθυσμιακής  τους σύνθεσης, τείνει να  τις μετατρέψει σε «γκρίζες ζώνες» («βραχονησίδες») πρόσφορες στον ξένο εποικισμό και στην πολιτική της ειρηνικής  κατάκτησης.
Το γεγονός αυτό καλεί σύσσωμη την ηγεσία της χώρας- πολιτική, πνευματική, θρησκευτική, εργατική, ειδησεογραφική, οικονομική- να σταθεί την ώρα τούτη  ενώπιον  των μεγάλων ιστορικών  ευθυνών της. Αν η πολιτική μας συνεχίσει να βλέπει τούτη την ώρα το ρόλο της απλά ως διαχειριστικό (όπως το επιδιώκουν αυτοί μας έσπρωξαν στο ΔΝΤ), τότε ο συνέπειες του πληθυσμιακού αφελληνισμού θα γίνουν μη αντιστρέψιμες και κάθε έννοια πολιτικής (στρατηγικής του προνοείν) θα έχει οριστικά για μας χαθεί.
6. Ώρα κοινωνικής αφύπνισης
Οι λόγοι αυτοί δεν  μας αφήνουν πλέον περιθώρια για άλλη  ανεκτικότητα απέναντι στην πολιτική του εφησυχασμού και της προσαρμογής  των Ελλήνων στα κελεύσματα και τους σχεδιασμούς της Νέας Τάξης,.   Δεν έχουμε χρόνο για παιχνίδι με την ιδεολογική – επικοινωνιακή αγωνιστική του μεταμοντέρνου ήθους, που ειρωνεύεται ως κινδυνολογούσες  ιαχές το γεγονός πως η «Ελλάδα φθίνει-κινδυνεύει». Στεκόμαστε με τα μάτια ανοιχτά μπροστά στο πρόβλημα και καλούμε την ελληνική κοινωνία σε αφύπνιση και αγωνιστική παρουσία για την  αντιστροφή αυτής της εξέλιξης  και την προάσπιση της χώρας. Η Ελλάδα συρρικνώνεται, «η πόλις εάλω», αλλά με πορθητές, τούτη τη φορά, την αμεριμνησία και τον εφησυχασμό μας.  Αν αυτό συνειδητοποιηθεί, ίσως μπορούμε να κερδίσουμε τη μάχη (http://www.e-grammes.gr/article.php?id=3323).
7.  Δώστε ζωή στην Ελλάδα
Η μέχρι σήμερα θεώρηση της πληθυσμιακής μας συρρίκνωσης και τα  μέτρα που προτάθηκαν κατά καιρούς υπήρξαν εντελώς αναποτελεσματικά για ν΄ αντιστρέψουν την κατάσταση που  περιγράψαμε. Χρειάζονται συνεπώς λύσεις ριζικές, άμεσες, πρακτικές,  τολμηρές, επαναστατικές.  Δεν μπορούμε να περιμένουμε πότε κάποια οικονομικά μέτρα θα αποδώσουν,  ώστε να βρουν δουλειά οι  εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι νέοι που θα κάνουν οικογένεια και θα κάνουν παιδιά. Ούτε μπορούμε να περιμένουμε από ήπια μέτρα (όπως η στήριξη της πολύτεκνης οικογένειας, η κρατική οικονομική υποστήριξη της εξωσωματικής γονιμοποίησης  ή οι κλιμακούμενες φορολογικές ελαφρύνσεις για ένα, δύο ή τρία παιδιά) να αντιστρέψουν την κατάσταση. Μέτρα αυτού του είδους είναι χρήσιμα, αλλά εντελώς ατελέσφορα υπό τις σημερινές περιστάσεις.
Όπως επισημαίνεται από το Σύλλογο Προστασίας Αγέννητου Παιδιού (που ιδρύθηκε το 1998  με  σκοπό την παροχή οργανωμένων υπηρεσιών σε εγκύους και την ευαισθητοποίηση των ανθρώπων εκείνων που έκαναν την επιλογή να φέρουν στον κόσμο ένα παιδί εκτός γάμου),  το ελληνικό κράτος παρέχει στις άγαμες μητέρες 88 ευρώ το δίμηνο για το παιδί και μάλιστα  μόνο όταν το εισόδημά τους είναι κάτω από το όριο της φτώχειας.  Στα νοσοκομεία που πραγματοποιούνται οι εκτρώσεις δεν υπάρχουν  συμβουλευτικές ομάδες ή ενημερωτικό υλικό για την ίδια τη διαδικασία της έκτρωσης, αλλά και για τις επιλογές της μητέρας. Εξακολουθεί μάλιστα να υπάρχει ακόμη και σήμερα το φαινόμενο του κοινωνικού στιγματισμού,  τόσο για την άγαμη μητέρα, όσο και για το ίδιο το παιδί (http://agora.antibaro.gr/viewtopic.php?t=380).
Όλα τα δεδομένα που αναφέραμε πιο πάνω βεβαιώνουν ότι η ποσοτική διάσταση του αφελληνισμού απαιτεί μια τολμηρή ανατρεπτική λύση. Ως τέτοια λύση  προτείνουμε εδώ τον ελεύθερο περιορισμό των αμβλώσεων με παράλληλη κρατική-κοινωνική στήριξη,  έτσι ώστε σε μια δεκαετία να μπορέσουμε να αυξηθούμε πληθυσμιακά περί το  ενάμιση εκατομμύριο.
Τα μέτρα που πρέπει να συνοδεύουν μια τέτοια πολιτική χρειάζονται σοβαρή  συζήτηση, επιστημονική και ψυχολογική μελέτη, καθώς και ευρεία συναίνεση. Υπάρχουν αρκετές μελέτες που μπορούν να αξιοποιηθούν για να ληφθούν τα ενδεδειγμένα μέτρα.  Ως αφετηρία για την πολιτική αυτή θεωρούμε το δικαίωμα  των γυναικών να αποφασίζουν για  τη διακοπή μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης (νόμος 1609/1986), χωρίς όμως να τις ενοχοποιούμε όταν με επίγνωση πράττουν διαφορετικά. Αντίθετα, στόχος των μέτρων είναι η ουσιαστική κοινωνική στήριξη και  αποδοχή όσων γυναικών  θέλουν να κυοφορήσουν και να κρατήσουν το παιδί.
Για  το άνοιγμα της συζήτησης ως προς τα προτεινόμενα μέτρα,  θα βλέπαμε σ’ αυτά να εντάσσονται: (1) Η υπεύθυνη ενημέρωση για το δημογραφικό μας πρόβλημα του ελληνικού λαού, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό (ενημέρωση κοινοτήτων,  οργανώσεων και ιδρυμάτων του  Ελληνισμού), (2) Η κοινωνική αποενοχοποίηση της εγκυμονούσας  άγαμης μητέρας, με τη γενναία επικοινωνιακή παρέμβαση της πνευματικής μας ηγεσίας, καθώς και την πολλαπλή στήριξη της Εκκλησίας, (3) Η  οικονομική  στήριξη της εγκυμονούσας άγαμης μητέρας,   με  ανάληψη από το κράτος όλων των συναφών  ιατροφαρμακευτικών εξόδων κύησης και τοκετού,  (4) Η οικονομική  στήριξη (3600€ ετησίως) και η φορολογική ελάφρυνση της οικογένειας της άγαμης μητέρας,  εφόσον η οικογένεια αυτή  αναλάβει  να  μεγαλώσει το  παιδί (μέχρι της ενηλικιώσεώς του), (5) Η ανάπτυξη σε κάθε γειτονιά  βρεφο-νηπιακών σταθμών εικοσιτετράωρης λειτουργίας, (6) Η περαιτέρω ανάπτυξη των χωριών  SOS, με  βελτιώσεις στην  ψυχο-παιδαγωγική τους φιλοσοφία και στη σχέση της μητέρας με το παιδί.  (7) Η  ανάλογη στήριξη των νέων  οικογενειών και της πολύτεκνης οικογένειας (με δύο παιδιά κι επάνω),  καθώς και  η ενθάρρυνση των νέων  να δημιουργήσουν οικογένεια,   (8)  Η  δημιουργία ειδικού ταμείου φροντίδας ζωής και   ανάπτυξης παιδιού, χρηματοδοτούμενο από το Κράτος και την Εκκλησία, καθώς και από ιδρύματα, ιδιωτικές επιχορηγήσεις, δωρεές, εμβάσματα από το εσωτερικό και το εξωτερικό.
Προκειμένου ο ελληνικός πληθυσμός να αυξάνεται κατά 150-200 χιλιάδες το χρόνο, υπολογίζεται πως θα απαιτηθεί ένα κόστος 1.5 περίπου δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως, στο οποίο θα αυξάνεται κάθε χρόνο κατά  0.7 δισεκατομμύρια ευρώ περίπου.  Το κόστος αυτό είναι μικρό σε σχέση με τον σκοπό  που υπηρετεί.
Για την υπηρέτηση αυτού του σκοπού απαιτείται ένας νέος αναπτυξιακός και πολιτικός σχεδιασμός για τη χώρα. Κράτος, Εκκλησία και κοινωνία στρατεύονται στην υπηρέτηση κατά προτεραιότητα αυτού του στόχου της εθνικής μας επιβίωσης. «Χθες η Ελλάδα ήταν παιδότοπος, σήμερα είναι γηροκομείο, αύριο θα είναι νεκροταφείο» (Evangelos Rigos). Το 1 %  περίπου  του ΑΕΠ για την αντιμετώπιση της ποσοτικής διάστασης του αφελληνισμού είναι μικρό σε σχέση με τις άλλες δαπάνες. Το τεράστιο κόστος που πληρώνουμε σε εξοπλισμούς για την αμυντική  θωράκιση της χώρας έχει νόημα μόνο όταν  υπάρχουν ο χώρος και οι άνθρωποι που η θωράκιση αυτή θα προασπίσει. Αυτή η προϋπόθεση είναι που διακυβεύεται σήμερα  στην Ελλάδα. Χάριν αυτής φωνάζουμε προς όλες τις κατευθύνσεις: Στηρίξτε με όλες σας τις δυνάμεις το δώρο της ζωής!  Αφήστε τη ζωή ν’ ανθίσει!. Δώστε ζωή  στην Ελλάδα!
ΚΩΣΤΑΣ Ν. ΤΣΙΑΝΤΗΣ
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s